ΠΩΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΒΟ


Το άγχος και ο φόβος είναι ζητήματα που απασχολούν σχεδόν σε καθημερινή βάση τους περισσότερους ανθρώπους. Πρόκειται όμως για ιδιαίτερα εξαντλητικά συναισθήματα που όχι μόνο δεν προστατεύουν το άτομο από τις διάφορες επικίνδυνες και απαιτητικές καταστάσεις, αλλά ζημιώνουν και περιορίζουν τη λειτουργικότητά του.

Οι απαρχές αυτών των συναισθημάτων έχουν σαν βάση την ανάγκη για προστασία του είδους από τους διάφορους κινδύνους και τη δυνατότητα εξέλιξής του και διαβίωσής του σε μια κοινωνία. Ωστόσο, τα επίπεδα άγχους και φόβου που συναντώνται στον σημερινό άνθρωπο, δεν ανταποκρίνονται στους αντικειμενικούς κινδύνους της εποχής που ζούμε. Πρόκειται λοιπόν, για μια παρωχημένη τακτική που αναπτύχθηκε στον άνθρωπο και συνέχισε να καλλιεργείται για αιώνες, που ενώ μέχρι κάποιο σημείο τον εξυπηρετούσε, πλέον φαίνεται να τον ακρωτηριάζει.

Ο κατευνασμός τέτοιων αισθημάτων, μπορεί να έρθει μέσα από μια απλή παραδοχή. Αυτήν της απουσίας του ελέγχου. Οποιαδήποτε απόφαση πρόκειται να παρθεί για ένα ζήτημα, θα δημιουργηθεί σαν σκέψη στον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος, για να εμφανίσει την απόφαση ως σκέψη, θα έχει "κάνει τους υπολογισμούς του" σύμφωνα με δεδομένα που έχει συλλέξει και έμφυτες γενετικές ροπές. Δηλαδή, η απόφαση που θα παρθεί θα σχετίζεται με τις παρελθούσες εμπειρίες του ατόμου και το γενετικό του υλικό.

Η αίσθηση ελέγχου των αποφάσεων και η δυνατότητα επιλογής είναι ιδιαίτερα απατηλές, καθώς προκύπτουν από την ταύτιση των σκέψεων που δημιουργεί ο εγκέφαλος με την επίγνωσή τους. Παραπλανητικά δηλ
αδή δημιουργείται η αίσθηση "κάποιου", που έκανε κάποιες σκέψεις και κατέληξε σε μία απόφαση ή συμπέρασμα, ενώ αυτό που πραγματικά συνέβη είναι ότι ένας εγκέφαλος με βάση τις παρελθούσες εμπειρίες και το γενετικό του υλικό έβγαλε την απόφαση που κρίνει μέσω αυτών πιο συμφέρουσα.

Η λειτουργία του εγκεφάλου, η οποία περιλαμβάνει την παραγωγή σκέψεων, είναι και αυτή μια λειτουργία του σώματος που γίνεται αυτόματα, όπως η αναπνοή και ο χτύπος της καρδιάς. Δεν απασχόλησε ποτέ κανέναν η διαδικασία της πέψης ή των αμέτρητων άλλων λειτουργιών του σώματος, οι οποίες και αυτές ρυθμίζονται από τον εγκέφαλο. Το όλο σύστημα όμως λειτουργεί από μόνο του, αυτόματα.

Οφείλουμε να εμπιστευτούμε τις ικανότητές μας και να απαλλάξουμε τη νοητική μας λειτουργία από πλεονάζουσες αρνητικές σκέψεις και δυσάρεστα συναισθήματα. 

Σε πρακτικό επίπεδο μπορούμε να κάνουμε τα εξής:

- Να αποστασιοποιούμαστε τακτικά από τη λειτουργία του νου, στρέφοντας την προσοχή μας προς τις αισθήσεις του σώματος. Το άγχος και ο φόβος εντείνονται όσο είμαστε απορροφημένοι από τις αρνητικές σκέψεις. Το νοητικό αναμάσημα και οι συνεχείς σκέψεις για το τι κακό μπορεί να μας συμβεί, τι μπορεί να πάθουμε, πόσο πολύ κινδυνεύουμε, κ.ο.κ., αποτελούν την καύσιμη ύλη του άγχους και του φόβου. Με το να θυμόμαστε να στρέφουμε τακτικά την προσοχή μας στις αισθήσεις του σώματος (π.χ. όταν καθόμαστε, όταν βλέπουμε τηλεόραση, όταν περιμένουμε το λεωφορείο), διακόπτουμε αυτή τη ροή σκέψεων (που ουσιαστικά αποτελεί μια ανώφελη φλυαρία του νου) και το άγχος και ο φόβος εξασθενούν.

- Να μην αποφεύγουμε να βιώνουμε αυτά τα συναισθήματα. Αν και η αντανακλαστική αντίδραση των περισσότερων ανθρώπων είναι η αποφυγή των δυσάρεστων συναισθημάτων, αν μάθουμε να μην τα αποφεύγουμε και να μην τους αντιστεκόμαστε, θα δούμε πολύ γρήγορα ότι θα σταματήσουμε να τα φοβόμαστε. Από τη στιγμή που γίνει μέσα μας αυτή η αλλαγή (από την αποφυγή στη μη αντίσταση και την αποδοχή), θα νιώσουμε αυτομάτως πιο δυνατοί και τολμηροί. Αντί να βλέπουμε το άγχος και το φόβο σαν δυσάρεστες εμπειρίες, θα τις βλέπουμε σαν ουδέτερες παροδικές εμπειρίες με αρχή και τέλος.

- Να αποσυνδέσουμε το φοβογόνο ερέθισμα από το συναίσθημα. Για όσο καιρό λειτουργούμε χωρίς να έχουμε δει καθαρά πώς λειτουργεί ο μηχανισμός μεταξύ ερεθίσματος και συναισθηματικής αντίδρασης, νομίζουμε ότι το ερέθισμα έχει από μόνο του τη δύναμη να μας κάνει να νιώθουμε άσχημα. Γι’ αυτό και η αυτόματη αντίδραση είναι η αποφυγή του ερεθίσματος. Όταν όμως αρχίζουμε να βλέπουμε καθαρά τι συμβαίνει μέσα μας, βλέπουμε ότι δεν ευθύνεται το ερέθισμα γι’ αυτά που νιώθουμε, αλλά οι εσωτερικές μας διεργασίες, δηλαδή οι ερμηνείες, οι αυτόματοι συνειρμοί, οι αναμνήσεις και ο προγραμματισμός του συστήματός μας. Η αποσύνδεση αυτή αποδυναμώνει την αξία του ερεθίσματος και έτσι εμείς σταματάμε να το αποφεύγουμε. Σταματώντας να αποφεύγουμε εμπειρίες και καταστάσεις νιώθουμε λιγότερο άγχος και φόβο, ενώ ταυτόχρονα μειώνονται και οι σκέψεις και τα αισθήματα ανεπάρκειας και αναξιότητας που συνόδευαν παλιότερα κάθε αποφευκτική συμπεριφορά.

- Τέλος, κάνοντας καθημερινά κάποια άσκηση χαλάρωσης ή διαλογισμό, βοηθάμε το σύστημά μας να επαναπρογραμματιστεί και να συνηθίσει να λειτουργεί ήρεμα. Όταν το νευρικό σύστημα έχει μάθει για πολλά χρόνια να πυροδοτεί στο σώμα αντιδράσεις μάχης ή φυγής, και μάλιστα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, χρειάζεται κάποιου είδους επαναπρογραμματισμό, ώστε να μειωθούν αυτές οι αυτόματες αντιδράσεις και να αντικατασταθούν από μια κατάσταση ηρεμίας, μέσα στην οποία το νευρικό σύστημα θα λειτουργεί φυσιολογικά.

Ηρώ Παπαδοπούλου